poet
poet
poʊɪt
πουιτ
/ˈpəʊɪt/

Ορισμός και σημασία του "poet"στα αγγλικά

01

ποιητής

a person who writes pieces of poetry
poet definition and meaning
Παραδείγματα
The young poet has won numerous competitions for her evocative poetry.
Ο νέος ποιητής έχει κερδίσει πολλούς διαγωνισμούς για την ευφάνταστη ποίησή του.

Λεξικό Δέντρο

poetic
poetics
poetize
poet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store