Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pocketable
01
που χωράει στην τσέπη, μεταφερόμενο στην τσέπη
small enough to be carried in a garment pocket
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pocketable
συγκριτικός βαθμός
more pocketable
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
pocketable
pocket



























