to pock
pock
pɒk
pok
cockblocdockhock

Ορισμός και σημασία του "pock"στα αγγλικά

to pock
01

σημειώνω με ουλή, αφήνω ουλή

mark with a scar 
to pock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pock
γ΄ ενικό πρόσωπο
pocks
ενεστώτα μετοχή
pocking
απλός αόριστος
pocked
παθητική μετοχή
pocked
01

φλύκταινα, σπυρί

a pustule in an eruptive disease 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pocks

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store