plurality
plurality
plʊəræləti
pluerālēti
mutualitysexualitybestialityfatality

Ορισμός και σημασία του "plurality"στα αγγλικά

01

πληθώρα, σχετική πλειοψηφία

(in an election with more than 2 options) the number of votes for the candidate or party receiving the greatest number (but less that half of the votes) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

πληθυντικός, πλήθος

a large number of something 
Παραδείγματα
The plurality of options available made it hard for her to decide. 

Η πληθώρα των διαθέσιμων επιλογών έκανε δύσκολο για αυτήν να αποφασίσει.

03

πληθυντικός αριθμός, ποικιλομορφία

the state or condition of being more than one 
Παραδείγματα
In language studies, students explore the plurality of certain nouns. 

Στις γλωσσικές σπουδές, οι μαθητές εξερευνούν την πληθυντικότητα ορισμένων ουσιαστικών.

Λεξικό Δέντρο

plurality
plural
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store