Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plurality
01
πληθώρα, σχετική πλειοψηφία
(in an election with more than 2 options) the number of votes for the candidate or party receiving the greatest number (but less that half of the votes)
02
πληθυντικός, πλήθος
a large number of something
Παραδείγματα
The plurality of stars in the night sky has always fascinated astronomers.
Η πληθώρα των αστεριών στον νυχτερινό ουρανό πάντα γοήτευε τους αστρονόμους.
03
πληθυντικός αριθμός, ποικιλομορφία
the state or condition of being more than one
Παραδείγματα
His book addresses the plurality of cultural identities within a society.
Το βιβλίο του ασχολείται με την πολυμορφία των πολιτιστικών ταυτοτήτων σε μια κοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
plurality
plural



























