plume
plume
plu:m
ploom
broomgloomvroomflume

Ορισμός και σημασία του "plume"στα αγγλικά

01

φτερό, πτέρωμα

a large, feathery structure or arrangement, typically found on birds, often used for display or flight 
plume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plumes
Παραδείγματα
The peacock displayed its vibrant plume to attract a mate. 

Ο παγώνι έδειξε το ζωηρό του φτέρωμα για να προσελκύσει έναν σύντροφο.

02

φτερό, στολίδι από φτερά

a feather or cluster of feathers worn as an ornament 
03

φτερό, λοφίο

anything that resembles a feather in shape or lightness 
04

φτερό, σύννεφο

a cloud of smoke, steam, or vapor that is released into the air 
Παραδείγματα
A plume of smoke rose from the burning building. 

Μια στήλη καπνού ανέβηκε από το κτίριο που έκαιγε.

to plume
01

στολίζω ή περιποιούμαι με επιμελή φροντίδα

dress or groom with elaborate care 
to plume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plume
γ΄ ενικό πρόσωπο
plumes
ενεστώτα μετοχή
pluming
απλός αόριστος
plumed
παθητική μετοχή
plumed
02

καθαρίζω με το ράμφος μου

clean with one's bill 
to plume definition and meaning
03

σχηματίζω ένα πούπουλο, δημιουργώ ένα πούπουλο

form a plume 
04

διακοσμώ με φτερό, φτερώνω

deck with a plume 
05

είμαι περήφανος για, καυχιέμαι για

be proud of 
06

εξαπατώ; ζητώ μια παράλογη τιμή

rip off; ask an unreasonable price 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store