plume
plume
plum
πλουμ
/plˈuːm/

Ορισμός και σημασία του "plume"στα αγγλικά

01

φτερό, πτέρωμα

a large, feathery structure or arrangement, typically found on birds, often used for display or flight
plume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plumes
Παραδείγματα
The hummingbird 's iridescent plume glinted in the sunlight as it hovered near the feeder.
Το ιριδίζον φτέρωμα του κολιμπρι έλαμπε στον ήλιο καθώς αιωρούνταν κοντά στη ταΐστρα.
02

φτερό, στολίδι από φτερά

a feather or cluster of feathers worn as an ornament
03

φτερό, λοφίο

anything that resembles a feather in shape or lightness
04

φτερό, σύννεφο

a cloud of smoke, steam, or vapor that is released into the air
Παραδείγματα
The fire produced a dark plume visible from miles away.
Η φωτιά παρήγαγε ένα σκοτεινό στύλο καπνού ορατό από μίλια μακριά.
to plume
01

στολίζω ή περιποιούμαι με επιμελή φροντίδα

dress or groom with elaborate care
to plume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plume
γ΄ ενικό πρόσωπο
plumes
ενεστώτα μετοχή
pluming
απλός αόριστος
plumed
παθητική μετοχή
plumed
02

καθαρίζω με το ράμφος μου

clean with one's bill
to plume definition and meaning
03

σχηματίζω ένα πούπουλο, δημιουργώ ένα πούπουλο

form a plume
04

διακοσμώ με φτερό, φτερώνω

deck with a plume
05

είμαι περήφανος για, καυχιέμαι για

be proud of
06

εξαπατώ; ζητώ μια παράλογη τιμή

rip off; ask an unreasonable price
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store