plumbic
plum
ˈplʌm
πλαμ
bic
bɪk
μπικ
/plˈʌmbɪk/

Ορισμός και σημασία του "plumbic"στα αγγλικά

01

μολυβδικός, σχετικός με τον μόλυβδο

having to do with or made of lead
Παραδείγματα
Advances in science have provided safer alternatives to plumbic substances in manufacturing.
Οι προόδους στην επιστήμη έχουν παρέχει ασφαλέστερες εναλλακτικές λύσεις σε μολυβδούχες ουσίες στην παραγωγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store