plumage
plu
ˈplu:
πλου
mage
mɪʤ
μιτζ
plumate

Ορισμός και σημασία του "plumage"στα αγγλικά

01

φτέρωμα, φτερά

the feathers of a bird covering its body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Male peacocks are known for their vibrant plumage displayed during courtship. 

Τα αρσενικά παγώνια είναι γνωστά για το ζωηρό φτέρωμα που εμφανίζουν κατά την περίοδο του ερωτοτροπίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

plumage
plum
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store