plum tree
plum
plʌm
plam
tree
tri:
tri

Ορισμός και σημασία του "plum tree"στα αγγλικά

01

δαμάσκηνο, πηγή προνομίων

a source of advantageous opportunities, particularly political favors or privileges 
plum tree definition and meaning
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
For years, that agency was treated as a plum tree for loyal party members. 

Παρά την έλλειψη εμπειρίας, του δόθηκε η δαμάσκηνος των έργων, ενώ άλλοι αφέθηκαν με ασήμαντες εργασίες.

02

δαμάσκηνο, δενδροδαμάσκηνο

any of several trees producing edible oval fruit having a smooth skin and a single hard stone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plum trees
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store