plum
plum
plʌm
plam
fromdumbdrumcome

Ορισμός και σημασία του "plum"στα αγγλικά

01

δαμάσκηνο, προύμνη

a small round fruit with juicy flesh and purple or yellow skin and a pit 
plum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plums
Παραδείγματα
The tree in the backyard was heavy with ripe plums, ready for picking. 

Το δέντρο στην πίσω αυλή ήταν βαριά με ώριμα δαμάσκηνα, έτοιμα για συλλογή.

02

πολύ επιθυμητή θέση, επιθυμητή ανάθεση

a highly desirable position or assignment 
03

δαμάσκηνο, δαμασκηνιά

any kind of tree that produces small round purple fruits with juicy flesh and a hard seed 
01

δαμάσκηνο, σκούρο μωβ

of a dark, rich, purplish color resembling the color of the fruit, with deep tones of purple 
plum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
plummest
συγκριτικός βαθμός
plummer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His beanie was a soft plum shade. 

Το κασκόλ του ήταν μια απαλή απόχρωση δαμάσκηνο.

01

ακριβώς, ακριβώς

exactly 
γραμματικές πληροφορίες
02

πλήρως, εντελώς

completely; used as intensifiers 

Λεξικό Δέντρο

plumage
plumlike
plummy
plum
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store