backstroke
back
ˈbæk
bāk
stroke
strəʊk
strewk

Ορισμός και σημασία του "backstroke"στα αγγλικά

01

ύπτια κολύμβηση, στυλ ύπτιας

a stroke where the swimmer lies on their back, using alternating arm movements and a flutter kick 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backstrokes
Παραδείγματα
Backstroke allows swimmers to breathe easily. 

Η πλάτη επιτρέπει στους κολυμβητές να αναπνέουν εύκολα.

to backstroke
01

κολυμπώ ανάποδα, κάνω ύπτιο

swim on one's back 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
backstroke
γ΄ ενικό πρόσωπο
backstrokes
ενεστώτα μετοχή
backstroking
απλός αόριστος
backstroked
παθητική μετοχή
backstroked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store