Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to play hooky
01
κάνω κοπάνα, λείπω χωρίς άδεια
to not attend work, school, or other obligations without giving an explanation or getting permission
Dialect
American
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He played hooky from work and spent the afternoon at the beach.
Έκανε κοπάνα από τη δουλειά και πέρασε το απόγευμα στην παραλία.



























