plasticity
plas
ˈplæs
plās
ti
ti
ci
si
ty
ti
ti
triplicityspasticitysphericityinfelicity

Ορισμός και σημασία του "plasticity"στα αγγλικά

01

πλαστικότητα, ευκαμψία

the capability of being easily changed or molded into many different things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Plasticity refers to the ability of a material to undergo permanent deformation without rupturing when subjected to stress. 

Η πλαστικότητα αναφέρεται στην ικανότητα ενός υλικού να υποστεί μόνιμη παραμόρφωση χωρίς να σπάσει όταν υποβληθεί σε πίεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

plasticity
plastic
plast
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store