Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plastic wrap
01
πλαστική μεμβράνη, αυτοκόλλητη μεμβράνη
a transparent material made of plastic which is used for wrapping food with or covering it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plastic wraps
LanGeek



























