Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plain clothes
01
πολιτικά ρούχα, αστικά ρούχα
clothing worn by police officers or agents that does not show they are law enforcement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The officer was working in plain clothes at the event.
Ο αξιωματικός εργαζόταν με πολιτικά ρούχα στην εκδήλωση.



























