pixel
pix
ˈpɪk
pik
el
səl
sēl
affixal
picture element
px
pel

Ορισμός και σημασία του "pixel"στα αγγλικά

01

pixel, σημείο εικόνας

the smallest unit of an image on the screen that collectively can form a whole image 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pixels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store