Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pivot
01
περιστρέφω, περιστρέφομαι γύρω από ένα κεντρικό σημείο
to rotate around a central point or axis
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
pivot
γ΄ ενικό πρόσωπο
pivots
ενεστώτα μετοχή
pivoting
απλός αόριστος
pivoted
παθητική μετοχή
pivoted
Παραδείγματα
The windmill blades were designed to pivot with the wind, optimizing energy capture.
Τα πτερύγια του ανεμόμυλου σχεδιάστηκαν να περιστρέφονται με τον άνεμο, βελτιστοποιώντας την καταγραφή ενέργειας.
Pivot
01
άξονας περιστροφής, περιστροφή γύρω από άξονα
the act of turning on (or as if on) a pivot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
άξονας, στροφείο
axis consisting of a short shaft that supports something that turns
03
άξονας, κέντρο
the person in a rank around whom the others wheel and maneuver



























