Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pivot
01
περιστρέφω, περιστρέφομαι γύρω από ένα κεντρικό σημείο
to rotate around a central point or axis
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
pivot
γ΄ ενικό πρόσωπο
pivots
ενεστώτα μετοχή
pivoting
απλός αόριστος
pivoted
παθητική μετοχή
pivoted
Παραδείγματα
The compass needle pivots to indicate the direction of magnetic north.
Η βελόνα της πυξίδας περιστρέφεται για να δείξει την κατεύθυνση του μαγνητικού βορρά.
Pivot
01
άξονας περιστροφής, περιστροφή γύρω από άξονα
the act of turning on (or as if on) a pivot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
άξονας, στροφείο
axis consisting of a short shaft that supports something that turns
03
άξονας, κέντρο
the person in a rank around whom the others wheel and maneuver



























