to pivot
pi
ˈpɪ
pi
vot
vət
vēt
pilotpicotpinot

Ορισμός και σημασία του "pivot"στα αγγλικά

to pivot
01

περιστρέφω, περιστρέφομαι γύρω από ένα κεντρικό σημείο

to rotate around a central point or axis 
Intransitive
to pivot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
pivot
γ΄ ενικό πρόσωπο
pivots
ενεστώτα μετοχή
pivoting
απλός αόριστος
pivoted
παθητική μετοχή
pivoted
Παραδείγματα
The compass needle pivots to indicate the direction of magnetic north. 

Η βελόνα της πυξίδας περιστρέφεται για να δείξει την κατεύθυνση του μαγνητικού βορρά.

01

άξονας περιστροφής, περιστροφή γύρω από άξονα

the act of turning on (or as if on) a pivot 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

άξονας, στροφείο

axis consisting of a short shaft that supports something that turns 
03

άξονας, κέντρο

the person in a rank around whom the others wheel and maneuver 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store