pistol
pis
ˈpɪs
pis
tol
təl
tēl
pistil

Ορισμός και σημασία του "pistol"στα αγγλικά

01

πιστόλι, ρεβόλβερ

a handheld firearm typically used for personal defense or target shooting 
pistol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pistols
Παραδείγματα
He trained at the shooting range with his pistol. 

Εξασκήθηκε στο σκοπευτήριο με το πιστόλι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store