pirate
pi
ˈpaɪ
παι
rate
rət
ρατ
/pˈa‍ɪɹət/

Ορισμός και σημασία του "pirate"στα αγγλικά

01

πειρατής, κουρσάρος

a person who attacks and robs ships at sea, typically for personal gain
pirate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pirates
Παραδείγματα
He dressed as a pirate for the costume party, complete with a hat and sword.
Ντύθηκε ως πειρατής για το πάρτι κοστουμιών, με καπέλο και σπαθί.
02

πειρατής, λόγιος κλέπτης

a person who copies or appropriates another's work, ideas, or creations without permission
Παραδείγματα
He was labeled a pirate for copying the design.
Τον χαρακτήρισαν πειρατή για την αντιγραφή του σχεδίου.
03

πειρατικό πλοίο, πλοίο πειρατών

a ship that is crewed and operated by pirates
Παραδείγματα
The film depicted a fast, maneuverable pirate.
Η ταινία απεικόνισε ένα γρήγορο και ευέλικτο πειρατικό.
to pirate
01

λεηλατώ, καταλαμβάνω παράνομα

to take or appropriate something unlawfully or by force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pirate
γ΄ ενικό πρόσωπο
pirates
ενεστώτα μετοχή
pirating
απλός αόριστος
pirated
παθητική μετοχή
pirated
Παραδείγματα
They attempted to pirate the territory under cover of night.
Προσπάθησαν να πειρατεύσουν την περιοχή κάτω από το κάλυμμα της νύχτας.
02

πειρατεύω, αντιγράφω παράνομα

to illegally copy, use, or sell someone else's work or product, such as a book, song, etc.
Παραδείγματα
The film industry faces significant losses due to people who pirate movies and distribute them online.
Η βιομηχανία του κινηματογράφου αντιμετωπίζει σημαντικές απώλειες λόγω ανθρώπων που πειρατεύουν ταινίες και τις διανέμουν στο διαδίκτυο.

Λεξικό Δέντρο

piratical
pirate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store