Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pirate
01
πειρατής, κουρσάρος
a person who attacks and robs ships at sea, typically for personal gain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pirates
Παραδείγματα
He dressed as a pirate for the costume party, complete with a hat and sword.
Ντύθηκε ως πειρατής για το πάρτι κοστουμιών, με καπέλο και σπαθί.
02
πειρατής, λόγιος κλέπτης
a person who copies or appropriates another's work, ideas, or creations without permission
Παραδείγματα
He was labeled a pirate for copying the design.
Τον χαρακτήρισαν πειρατή για την αντιγραφή του σχεδίου.
03
πειρατικό πλοίο, πλοίο πειρατών
a ship that is crewed and operated by pirates
Παραδείγματα
The film depicted a fast, maneuverable pirate.
Η ταινία απεικόνισε ένα γρήγορο και ευέλικτο πειρατικό.
to pirate
01
λεηλατώ, καταλαμβάνω παράνομα
to take or appropriate something unlawfully or by force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pirate
γ΄ ενικό πρόσωπο
pirates
ενεστώτα μετοχή
pirating
απλός αόριστος
pirated
παθητική μετοχή
pirated
Παραδείγματα
They attempted to pirate the territory under cover of night.
Προσπάθησαν να πειρατεύσουν την περιοχή κάτω από το κάλυμμα της νύχτας.
Παραδείγματα
The film industry faces significant losses due to people who pirate movies and distribute them online.
Η βιομηχανία του κινηματογράφου αντιμετωπίζει σημαντικές απώλειες λόγω ανθρώπων που πειρατεύουν ταινίες και τις διανέμουν στο διαδίκτυο.
Λεξικό Δέντρο
piratical
pirate



























