piper
pi
ˈpaɪ
παι
per
pə
πα
paper

Ορισμός και σημασία του "piper"στα αγγλικά

01

ασκοπλαστής, μουσικός του γκάιντα

a person who plays the musical bagpipe 
piper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pipers
02

πιπέρι, τυπογενές γένος των Piperaceae: μεγάλο γένος κυρίως αναρριχητικών τροπικών θάμνων

type genus of the Piperaceae: large genus of chiefly climbing tropical shrubs 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

piper
pip
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store