to pinpoint
pin
ˈpɪn
pin
point
pɔɪnt
poynt

Ορισμός και σημασία του "pinpoint"στα αγγλικά

to pinpoint
01

προσδιορίζω με ακρίβεια, εντοπίζω ακριβώς

to precisely locate or identify something or someone 
Transitive: to pinpoint sb/sth
to pinpoint definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pinpoint
γ΄ ενικό πρόσωπο
pinpoints
ενεστώτα μετοχή
pinpointing
απλός αόριστος
pinpointed
παθητική μετοχή
pinpointed
Παραδείγματα
Using advanced technology, scientists were able to pinpoint the epicenter of the earthquake within a matter of seconds. 

Χρησιμοποιώντας προηγμένη τεχνολογία, οι επιστήμονες μπόρεσαν να εντοπίσουν με ακρίβεια το επίκεντρο του σεισμού σε λίγα δευτερόλεπτα.

01

σημείο, πολύ μικρό στίγμα

a very small spot 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pinpoints
02

ακριβής στιγμή, ακριβής χρονική στιγμή

a very brief moment 
03

άκρη της καρφίτσας, μυτερή άκρη της καρφίτσας

the sharp point of a pin 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store