Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pinpoint
01
προσδιορίζω με ακρίβεια, εντοπίζω ακριβώς
to precisely locate or identify something or someone
Transitive: to pinpoint sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pinpoint
γ΄ ενικό πρόσωπο
pinpoints
ενεστώτα μετοχή
pinpointing
απλός αόριστος
pinpointed
παθητική μετοχή
pinpointed
Παραδείγματα
Using advanced technology, scientists were able to pinpoint the epicenter of the earthquake within a matter of seconds.
Χρησιμοποιώντας προηγμένη τεχνολογία, οι επιστήμονες μπόρεσαν να εντοπίσουν με ακρίβεια το επίκεντρο του σεισμού σε λίγα δευτερόλεπτα.
Pinpoint
01
σημείο, πολύ μικρό στίγμα
a very small spot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pinpoints
02
ακριβής στιγμή, ακριβής χρονική στιγμή
a very brief moment
03
άκρη της καρφίτσας, μυτερή άκρη της καρφίτσας
the sharp point of a pin
Λεξικό Δέντρο
pinpoint
pin
point



























