Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pilot bread
01
ναυτικό μπισκότο, ψωμί πιλότου
a type of hard, dry biscuit or cracker that is often used as a staple food for long sea voyages or in emergency situations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pilot breads



























