Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pillage
01
ληστεία, λεηλασία
the action of violently stealing valuables, often during war or conflict
Παραδείγματα
Looting and pillage devastated the region.
Η λεηλασία και η λεηλασία κατέστρεψαν την περιοχή.
02
ληστεία, λάφυρο
property, money, or valuables acquired through theft or looting
Παραδείγματα
The king confiscated the pillage from the defeated army.
Ο βασιλιάς κατάσχεσε τη ληστεία από τον ηττημένο στρατό.
to pillage
01
λεηλατώ, διαρπάζω
to plunder, typically during times of war or civil unrest
Παραδείγματα
The invading forces systematically pillaged strategic locations, disrupting the local economy.
Οι εισβολικές δυνάμεις λεηλάτησαν συστηματικά στρατηγικές τοποθεσίες, διαταράσσοντας την τοπική οικονομία.



























