pillage
Pronunciation
/ˈpɪɫɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "pillage"στα αγγλικά

01

ληστεία, λεηλασία

the action of violently stealing valuables, often during war or conflict
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Looting and pillage devastated the region.
Η λεηλασία και η λεηλασία κατέστρεψαν την περιοχή.
02

ληστεία, λάφυρο

property, money, or valuables acquired through theft or looting
Παραδείγματα
The king confiscated the pillage from the defeated army.
Ο βασιλιάς κατάσχεσε τη ληστεία από τον ηττημένο στρατό.
to pillage
01

λεηλατώ, διαρπάζω

to plunder, typically during times of war or civil unrest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pillage
γ΄ ενικό πρόσωπο
pillages
ενεστώτα μετοχή
pillaging
απλός αόριστος
pillaged
παθητική μετοχή
pillaged
Παραδείγματα
The invading forces systematically pillaged strategic locations, disrupting the local economy.
Οι εισβολικές δυνάμεις λεηλάτησαν συστηματικά στρατηγικές τοποθεσίες, διαταράσσοντας την τοπική οικονομία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store