pignut
pig
ˈpɪg
pig
nut
nʌt
nat

Ορισμός και σημασία του "pignut"στα αγγλικά

01

pignut, μικρό βρώσιμο κόνδυλο με γεύση ξηρών καρπών

a small edible tuber with a nutty flavor, commonly found in woodlands and used as a wild food source 
pignut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pignuts
Παραδείγματα
He used pignuts as a creative substitute for nuts in his homemade granola bars. 

Χρησιμοποίησε αράπικα φιστίκια ως δημιουργικό υποκατάστατο για τα ξηρούς καρπούς στα σπιτικά του μπαρ granola.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store