Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pignut
01
pignut, μικρό βρώσιμο κόνδυλο με γεύση ξηρών καρπών
a small edible tuber with a nutty flavor, commonly found in woodlands and used as a wild food source
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pignuts
Παραδείγματα
My sister found a pignut and wanted to taste it for the first time.
Η αδερφή μου βρήκε ένα pignut και ήθελε να το δοκιμάσει για πρώτη φορά.
Λεξικό Δέντρο
pignut
pig
nut



























