backbite
back
ˈbæk
μπαικ
bite
ˌbaɪt
μπαιτ
/bˈakbaɪt/

Ορισμός και σημασία του "backbite"στα αγγλικά

to backbite
01

κακολογώ, συκοφαντώ

to talk about someone who is absent in a mean way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backbite
γ΄ ενικό πρόσωπο
backbites
ενεστώτα μετοχή
backbiting
απλός αόριστος
backbit
παθητική μετοχή
backbitten
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store