Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to backbite
01
κακολογώ, συκοφαντώ
to talk about someone who is absent in a mean way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backbite
γ΄ ενικό πρόσωπο
backbites
ενεστώτα μετοχή
backbiting
απλός αόριστος
backbit
παθητική μετοχή
backbitten
Λεξικό Δέντρο
backbiter
backbite
back
bite



























