backbencher
back
ˈbæk
bāk
ben
bɛn
ben
cher
ʧər
chēr
/bˈækbɛnt‍ʃɐ/

Ορισμός και σημασία του "backbencher"στα αγγλικά

01

απλός βουλευτής, βουλευτής χωρίς αξίωμα

a member of parliament who is not a party leader or minister
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backbenchers
Παραδείγματα
He became a backbencher after leaving his leadership role.
Έγινε βουλευτής της πίσω σειράς αφού άφησε τον ηγετικό του ρόλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store