Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backbencher
01
απλός βουλευτής, βουλευτής χωρίς αξίωμα
a member of parliament who is not a party leader or minister
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backbenchers
Παραδείγματα
He became a backbencher after leaving his leadership role.
Έγινε βουλευτής της πίσω σειράς αφού άφησε τον ηγετικό του ρόλο.



























