Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to back out
01
αποσύρομαι, ανακαλώ
to not do something one has promised or agreed to do
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
back
ενεστώτας
back out
γ΄ ενικό πρόσωπο
backs out
ενεστώτα μετοχή
backing out
απλός αόριστος
backed out
παθητική μετοχή
backed out
Παραδείγματα
He lost confidence and backed out of the deal at the last minute.
Έχασε την αυτοπεποίθησή του και απέσυρε τη συμφωνία στο τελευταίο λεπτό.
02
οπισθοχωρώ, βγαίνω με την όπισθεν
to drive a vehicle in reverse to exit from an area, particularly a limited area
Παραδείγματα
The driver apologized for taking a while to back out of the crowded parking lot.
Ο οδηγός ζήτησε συγγνώμη που χρειάστηκε λίγο χρόνο για να βγει προς τα πίσω από το γεμάτο πάρκινγκ.
03
ανακαλώ, επιστρέφω
to reverse a specific change made in a computer system
Παραδείγματα
Realizing the error, the programmer had to back out the recent code changes to restore functionality.
Συνειδητοποιώντας το λάθος, ο προγραμματιστής έπρεπε να ανακαλέσει τις πρόσφατες αλλαγές κώδικα για να αποκαταστήσει τη λειτουργικότητα.
04
αποσύρομαι, εγκαταλείπω
to support the idea that someone will not succeed
Παραδείγματα
Despite his talent, some people decided to back out on him, thinking he would not win the competition.
Παρά το ταλέντο του, μερικοί άνθρωποι αποφάσισαν να αποσυρθούν από αυτόν, νομίζοντας ότι δεν θα κέρδιζε τον διαγωνισμό.



























