Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to back down
01
υποχωρώ, παραιτούμαι
to physically move backward from a particular position or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
back
ενεστώτας
back down
γ΄ ενικό πρόσωπο
backs down
ενεστώτα μετοχή
backing down
απλός αόριστος
backed down
παθητική μετοχή
backed down
Παραδείγματα
The skier realized the slope was too steep and had to back down to a safer position.
Ο σκιέρ συνειδητοποίησε ότι η πλαγιά ήταν πολύ απότομη και έπρεπε να υποχωρήσει σε μια πιο ασφαλή θέση.
1.1
υποχωρώ, παραιτούμαι
to admit defeat and retreat from a position or claim when met with resistance or pressure
Παραδείγματα
It's crucial to hold your ground and not back down when defending your principles.



























