pica
Pronunciation
/ˈpaɪkə/

Ορισμός και σημασία του "pica"στα αγγλικά

01

καρακάξα, καρακάξες

magpies
pica definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
picae
02

πίκα (γραμμική μονάδα που χρησιμοποιείται στην εκτύπωση, 1/6 ίντσα)

a linear unit (1/6 inch) used in printing
03

pica, μια διατροφική διαταραχή

an eating disorder, frequent in children, in which non-nutritional objects are eaten persistently
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store