Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piazza
01
πλατεία, εξωτερικός χώρος
a public square with room for pedestrians
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
piazzas
LanGeek



























