Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
photographic
01
φωτογραφικός, σχετικός με τη φωτογραφία
relating to pictures taken with a camera or the process of photography itself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
art, technology, evidence
Παραδείγματα
The photographic evidence clearly depicted the scene of the crime.
Τα φωτογραφικά στοιχεία απεικόνισαν ξεκάθαρα τη σκηνή του εγκλήματος.
02
φωτογραφικός, σαν φωτογραφία
representing people or nature with the exactness and fidelity of a photograph
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
photographic
photograph



























