phonological
pho
ˌfəʊ
few
no
lo
ˈlɒ
lo
gi
ʤɪ
ji
cal
kəl
kēl
phrenologicalphilological

Ορισμός και σημασία του "phonological"στα αγγλικά

phonological
01

φωνολογικός, σχετικός με το φωνητικό σύστημα μιας γλώσσας

relating to the sound system of a language 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Phonological processes involve the manipulation and organization of speech sounds in language development. 

Οι φωνολογικές διαδικασίες περιλαμβάνουν τον χειρισμό και την οργάνωση των ήχων ομιλίας στην ανάπτυξη της γλώσσας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store