Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Phonograph
01
φωνογράφος, πικάπ
machine in which rotating records cause a stylus to vibrate and the vibrations are amplified acoustically or electronically
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phonographs



























