Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Phone
01
τηλέφωνο, κινητό
an electronic device used to talk to a person who is at a different location
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phones
Παραδείγματα
Before the advent of smartphones, landline phones were more common.
Πριν από την εμφάνιση των smartphones, τα σταθερά τηλέφωνα ήταν πιο κοινά.
02
τηλέφωνο, ακουστικό
electro-acoustic transducer for converting electric signals into sounds; it is held over or inserted into the ear
03
ήχος, φώνημα
(phonetics) a distinct sound uttered, considered as a physical occurrence not as a part of the sound system
to phone
01
τηλεφωνώ, καλώ
to make a phone call or try to reach someone on the phone
Dialect
British
Transitive: to phone sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
phone
γ΄ ενικό πρόσωπο
phones
ενεστώτα μετοχή
phoning
απλός αόριστος
phoned
παθητική μετοχή
phoned
Παραδείγματα
I will phone you later to discuss the details of our trip.
Θα σας τηλεφωνήσω αργότερα για να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες του ταξιδιού μας.
Λεξικό Δέντρο
phoney
phone



























