philologist
phi
fi
lo
ˈlɒ
lo
lo
gist
ʤɪst
jist
phytologistphonologist

Ορισμός και σημασία του "philologist"στα αγγλικά

01

φιλόλογος, γλωσσολόγος

a person who specializes in the study of words, literature, and language in order to understand their origin and development 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
philologists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store