Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Philologist
01
φιλόλογος, γλωσσολόγος
a person who specializes in the study of words, literature, and language in order to understand their origin and development
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
philologists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
philologist
philology
philo



























