babyhood
ba
ˈbeɪ
bei
by
bi
bi
hood
ˌhʊd
hood

Ορισμός και σημασία του "babyhood"στα αγγλικά

01

βρεφική ηλικία, πρώιμη παιδική ηλικία

the earliest state of immaturity 
babyhood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

βρεφική ηλικία, πρώιμη παιδική ηλικία

the early stage of a child's life and development 
babyhood definition and meaning
Παραδείγματα
She remembers her babyhood as a time of comfort and care. 

Θυμάται την παιδική της ηλικία ως μια περίοδο άνεσης και φροντίδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store