Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Phenomenology
01
φαινομενολογία, μελέτη των φαινομένων
the branch of philosophy concerned with things that exist and can be seen, felt, etc. as opposed to what may actually be their real existence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phenomenologies



























