Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
phenomenal
01
φαινόμενος, εξαιρετικός
displaying an exceptional level of excellence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most phenomenal
συγκριτικός βαθμός
more phenomenal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The phenomenal success of the movie was evident in its record-breaking box office numbers.
Η φαινόμενος επιτυχία της ταινίας ήταν εμφανής στα ρεκόρ εισπράξεων.
02
φαινόμενος, εξαιρετικός
related to a remarkable or exceptional occurrence that is observed or experienced
Λεξικό Δέντρο
phenomenally
phenomenal



























