pharyngitis
pha
φαι
ryn
rɪn
ριν
gi
ˈʤaɪ
τζαι
tis
tɪs
τισ
phalangitis

Ορισμός και σημασία του "pharyngitis"στα αγγλικά

01

φαρυγγίτιδα, φλεγμονή του φάρυγγα

inflammation of the fauces and pharynx 
pharyngitis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store