Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pharmaceutical
01
φαρμακευτικός, φαρμακολογικός
related to the production, use, or sale of medicines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pharmaceutical company developed a new medicine for treating allergies.
Η φαρμακευτική εταιρεία ανέπτυξε ένα νέο φάρμακο για τη θεραπεία αλλεργιών.
Pharmaceutical
01
φάρμακο, φαρμακευτικό προϊόν
a medicinal drug, especially one manufactured or dispensed for use in diagnosis, treatment, or prevention of disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pharmaceuticals
Παραδείγματα
The clinic stocked several generics and one specialty pharmaceutical for rare metabolic disorders.
Η κλινική είχε σε απόθεμα πολλά γενόσημα και ένα φαρμακευτικό ειδικότητας για σπάνιες μεταβολικές διαταραχές.
Λεξικό Δέντρο
pharmaceutical
pharmaceutic
pharmaceut



























