Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pharmaceutic
01
φαρμακευτικό, φάρμακο
a medicinal substance, particularly one prepared for use as a drug
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pharmaceutics
Παραδείγματα
Pharmaceutics play a crucial role in managing various health conditions.
Φαρμακευτική παίζει κρίσιμο ρόλο στη διαχείριση διαφόρων καταστάσεων υγείας.
pharmaceutic
01
φαρμακευτικός
of or relating to pharmacy or pharmacists
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, science, industry
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pharmaceutical
pharmaceutic
pharmaceut



























