Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Phallus
01
φαλλός, πέος
the external reproductive organ in males, commonly known as the penis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phalli
02
φαλλός, γένος μυκήτων που έχουν το καπέλο ή το πίλεο να κρέμεται ελεύθερα γύρω από το στέλεχος
genus of fungi having the cap or pileus hanging free around the stem
Λεξικό Δέντρο
microphallus
phallus



























