phallus
pha
ˈfæ
llus
ləs
lēs
callousgallousgalluspalace

Ορισμός και σημασία του "phallus"στα αγγλικά

01

φαλλός, πέος

the external reproductive organ in males, commonly known as the penis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phalli
02

φαλλός, γένος μυκήτων που έχουν το καπέλο ή το πίλεο να κρέμεται ελεύθερα γύρω από το στέλεχος

genus of fungi having the cap or pileus hanging free around the stem 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store