baby-faced
ba
beɪ
μπει
by
bi
μπι
faced
feɪst
φειστ

Ορισμός και σημασία του "baby-faced"στα αγγλικά

baby-faced
01

με μωρό πρόσωπο, νεανικός

describing a person with a youthful, innocent, and soft facial appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most baby-faced
συγκριτικός βαθμός
more baby-faced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, age, person

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store