Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Petroleum
01
πετρέλαιο
a dark oil consisting mainly of hydrocarbons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
petroleums
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πετρέλαιο