petroleum
pet
ˈpɪt
pit
ro
rəʊ
rew
leum
liəm
liēm
petrolatum

Ορισμός και σημασία του "petroleum"στα αγγλικά

01

πετρέλαιο

a dark oil consisting mainly of hydrocarbons 
petroleum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
petroleums
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store