Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pet sitter
01
φροντιστής κατοικίδιων ζώων, pet sitter
someone whose job is to look after pets while their owners are away
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pet sitters



























