Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pets
Παραδείγματα
In the pet store, you can find various types of pets, such as birds, rodents, and reptiles.
Στο κατάστημα κατοικίδιων ζώων, μπορείτε να βρείτε διάφορα είδη κατοικίδιων ζώων, όπως πουλιά, τρωκτικά και ερπετά.
02
γκρίνια, κακοκεφιά
a fit of petulance or sulkiness (especially at what is felt to be a slight)
03
αγαπημένος, ευνοούμενος
a special loved one
to pet
01
χαϊδεύω, καμαρώνω
to stroke or caress an animal as a gesture of care or attention
Transitive: to pet an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pet
γ΄ ενικό πρόσωπο
pets
ενεστώτα μετοχή
petting
απλός αόριστος
petted
παθητική μετοχή
petted
Παραδείγματα
She pets her cat gently, enjoying the soothing purrs that follow.
Αυτή χαϊδεύει απαλά τη γάτα της, απολαμβάνοντας τους ηρεμιστικούς γουργουρισμούς που ακολουθούν.
02
χαϊδεύω, καληνυχτίζω
to touch or caress someone or something gently and affectionately
Intransitive
Παραδείγματα
The couple spent the evening petting on the park bench, oblivious to the world around them.
Το ζευγάρι πέρασε το βράδυ χαϊδεύοντας ο ένας τον άλλον στο πάρκο, αγνοώντας τον κόσμο γύρω τους.
pet
01
αγαπημένος, προτιμώμενος
preferred above all others and treated with partiality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pet
συγκριτικός βαθμός
more pet
διαβαθμίσιμο



























