Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pestilent
01
επιβλαβής, θανατηφόρος
extremely harmful and likely to cause disease especially in a widespread manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pestilent
συγκριτικός βαθμός
more pestilent
διαβαθμίσιμο
02
επιβλαβής, ενοχλητικός
causing intense discomfort or annoyance
03
επιβλαβής, ηθικά λανθασμένος
morally wrong or harmful
Λεξικό Δέντρο
pestilential
pestilent
pestil



























