Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pestilence
01
πληγή, λοιμός
an evil and destructive force or impact
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
πανούκλα, επιδημία με υψηλό ποσοστό θνησιμότητας
any epidemic disease with a high death rate
03
πανούκλα, λοιμός
a serious illness that is characterized by an infection caused by a flea bite
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pestilence
pestil



























