Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
personal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist 's studio was filled with personal artwork and creative projects.
Το στούντιο του καλλιτέχνη ήταν γεμάτο με προσωπικά έργα τέχνης και δημιουργικά projects.
02
προσωπικός, ατομικός
particular to a given individual
03
προσωπικός, ατομικός
referring to an individual's characteristics, personality, etc. in an offensive manner
04
προσωπικός, οικείος
intimately concerning a person's body or physical being
05
προσωπικός, ατομικός
indicating grammatical person
06
προσωπικός, ιδιωτικός
closely related to an individual's private life, identity, feelings, or experiences, rather than their public or professional life
Παραδείγματα
He faced personal challenges that impacted his professional performance.
Αντιμετώπισε προσωπικές προκλήσεις που επηρέασαν την επαγγελματική του απόδοση.
Personal
01
προσωπικό άρθρο, σύντομο άρθρο για ένα συγκεκριμένο άτομο ή ομάδα
a short newspaper article about a particular person or group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
personals
Λεξικό Δέντρο
impersonal
nonpersonal
personality
personal
person



























