Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Personage
01
πρόσωπο, χαρακτήρας
a fictional character, especially one who plays a significant role in a story or narrative
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
personages
02
προσωπικότητα, φιγούρα
an influential and well known person
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
personage
person



























