personage
per
ˈpɜ:
so
nage
nɪʤ
nij

Ορισμός και σημασία του "personage"στα αγγλικά

01

πρόσωπο, χαρακτήρας

a fictional character, especially one who plays a significant role in a story or narrative 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
personages
02

προσωπικότητα, φιγούρα

an influential and well known person 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store