persistence
Pronunciation
/pɝˈsɪstəns/

Ορισμός και σημασία του "persistence"στα αγγλικά

01

επιμονή

the property of a continuous and connected period of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

επιμονή, καταπάνωση

persistent determination
03

επίμονη προσπάθεια, επιμονή

the ongoing existence or continuous effort of something over a period of time, especially despite difficulties
Παραδείγματα
The persistence of bad weather made the outdoor event impossible to hold.
Η επίμονη κακοκαιρία έκανε αδύνατη τη διεξαγωγή της εκδήλωσης σε εξωτερικό χώρο.

Λεξικό Δέντρο

persistency
persistence
persist
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store