Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Persistence
01
επιμονή
the property of a continuous and connected period of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
επιμονή, καταπάνωση
persistent determination
03
επίμονη προσπάθεια, επιμονή
the ongoing existence or continuous effort of something over a period of time, especially despite difficulties
Παραδείγματα
The persistence of rumors caused confusion in the community.
Η επίμονη ύπαρξη των φημών προκάλεσε σύγχυση στην κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
persistency
persistence
persist



























